Η συνεδρίαση, που έγινε με πρωτοβουλία του δημάρχου Λαρισαίων, Θανάση Μαμάκου, αποτέλεσε το πρώτο βήμα για τη συγκρότηση ενός «οδικού χάρτη» που θα καθοδηγήσει επόμενες παρεμβάσεις, σε μια πόλη που, όπως επισημάνθηκε επανειλημμένα, έχει ήδη απολέσει σημαντικό μέρος της αρχιτεκτονικής και ιστορικής της φυσιογνωμίας.
Στην εισαγωγική του τοποθέτηση, ο κ. Μαμάκος χαρακτήρισε τη χθεσινή ημέρα «σημαντική για τη Λάρισα», τονίζοντας ότι για πρώτη φορά επιχειρείται μια οργανωμένη και συνολική προσέγγιση με τη συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων φορέων. Όπως ανέφερε, στόχος της Επιτροπής είναι η διαμόρφωση μιας ρεαλιστικής και εφαρμόσιμης στρατηγικής, που θα ισορροπεί ανάμεσα στην ανάγκη προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς και στις σύγχρονες ανάγκες ανάπτυξης της πόλης.
Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι η Επιτροπή έχει καθαρά συμβουλευτικό χαρακτήρα και δε διαθέτει αποφασιστικές αρμοδιότητες, καθώς -όπως σημείωσε- δεν προβλέπεται από τη νομοθεσία να λαμβάνει δεσμευτικές αποφάσεις για τον Δήμο ή άλλους φορείς. Οι εισηγήσεις της θα κατατίθενται στο Δημοτικό Συμβούλιο, το οποίο και θα έχει τον τελικό λόγο.
Σύμφωνα με το πλαίσιο λειτουργίας που παρουσιάστηκε, αντικείμενο της Επιτροπής είναι η πλήρης καταγραφή και εξέταση των εναπομείναντων ιστορικών και αξιόλογων κτιρίων της Λάρισας, ανεξαρτήτως αν έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα, η διαμόρφωση κριτηρίων αξιολόγησης -ιστορικών, αρχιτεκτονικών, κοινωνικών και πολιτιστικών-, καθώς και η διερεύνηση των δυνατοτήτων προστασίας και αξιοποίησής τους.
Η Επιτροπή θα συνεδριάζει σε τακτική βάση, με τήρηση πρακτικών και δυνατότητα τοποθέτησης όλων των μελών, ενώ προβλέπεται και η συμμετοχή ειδικών επιστημόνων ή υπηρεσιακών στελεχών, όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη σύνθεση απόψεων, καθώς -όπως υπογραμμίστηκε- δεν τίθεται ως προϋπόθεση η λήψη αποφάσεων με πλειοψηφία, αλλά η καταγραφή τόσο των σημείων σύγκλισης όσο και των διαφορετικών προσεγγίσεων.
Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, στο επίκεντρο βρέθηκε -όπως ήταν αναμενόμενο- η υπόθεση της οικίας Αλεξάνδρου, η οποία εκκρεμεί προς εξέταση στο Κεντρικό Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής και θεωρείται εμβληματική για την αστική ιστορία της πόλης. Ο δήμαρχος σημείωσε ότι η συγκεκριμένη περίπτωση εντάσσεται στη συνολική προσέγγιση που επιχειρείται, εκφράζοντας την προσδοκία η συζήτηση να οδηγήσει σε απτά αποτελέσματα και όχι σε γενικόλογες διαπιστώσεις.
Από την πλευρά του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας – Τμήμα Κεντρικής και Δυτικής Θεσσαλίας, ο πρόεδρος Νίκος Παπαγεωργίου παρουσίασε στοιχεία από την εκτεταμένη καταγραφή που έχει πραγματοποιήσει το ΤΕΕ τα προηγούμενα χρόνια, επισημαίνοντας ότι έχουν εντοπιστεί περισσότερα από 400 αξιόλογα κτίρια στις Περιφερειακές Ενότητες Λάρισας, Τρικάλων και Καρδίτσας, εκ των οποίων τα 94 βρίσκονται στη Λάρισα.
Όπως εξήγησε, για κάθε κτίριο έχει συνταχθεί αναλυτικό τεχνικό δελτίο με φωτογραφικό υλικό, γεωγραφικά δεδομένα και ιστορικά στοιχεία, ενώ έχουν αποσταλεί επανειλημμένα αιτήματα προς τα αρμόδια Υπουργεία για την εξέταση του χαρακτηρισμού τους ως διατηρητέων.
Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν η παρέμβαση της βουλευτή Λάρισας του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής, Ευαγγελίας Λιακούλη, η οποία έκανε λόγο για «πνιγμένη φωνή» της κοινωνίας των πολιτών που πλέον μετατρέπεται σε «κραυγή» για τη διάσωση της ιστορικής μνήμης. Όπως σημείωσε, η Λάρισα έχει υποστεί σημαντικές απώλειες στον τομέα της πολιτιστικής της κληρονομιάς, με κατεδαφίσεις ιστορικών κτιρίων τις προηγούμενες δεκαετίες, και υπογράμμισε ότι η Επιτροπή καλείται να βάλει ένα «στοπ» σε αυτήν την πορεία.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία Βασίλης Κόκκαλης χαρακτήρισε την προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς «βαθύτατα πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα», επισημαίνοντας ότι η έλλειψη σχεδίου στο παρελθόν οδήγησε στην απώλεια σημαντικών στοιχείων της ιστορίας της πόλης. Τόνισε δε ότι απαιτούνται συγκεκριμένα χρηματοδοτικά εργαλεία και κίνητρα προς τους ιδιοκτήτες, καθώς και μια πιο ενεργή στάση της Πολιτείας.
Από την πλευρά των πολιτιστικών φορέων, η πρόεδρος του Ομίλου Φίλων Θεσσαλικής Ιστορίας και της Φωτοθήκης Λάρισας Βάσω Νούλα ανέδειξε τον επείγοντα χαρακτήρα της διάσωσης της οικίας Αλεξάνδρου, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για ένα «εξαιρετικό αρχιτεκτονικό παλίμψηστο» που αποτυπώνει έναν αιώνα αστικής ζωής της Λάρισας. Όπως ανέφερε, η συζήτηση για το μέλλον του κτιρίου αναμένεται να πραγματοποιηθεί το αμέσως επόμενο διάστημα σε επίπεδο Υπουργείου, γεγονός που καθιστά κρίσιμη την άμεση κινητοποίηση.
Στη συνεδρίαση τέθηκαν, επίσης, ζητήματα που αφορούν τον προγραμματισμό των επόμενων ενεργειών της Επιτροπής, καθώς και τη διαμόρφωση των βασικών κριτηρίων αξιολόγησης των κτιρίων, τα οποία θα αποτελέσουν τη βάση για τις μελλοντικές εισηγήσεις προς το Δημοτικό Συμβούλιο.
Κοινή συνισταμένη των τοποθετήσεων αποτέλεσε η ανάγκη να υπάρξει για πρώτη φορά μια συγκροτημένη και τεκμηριωμένη στρατηγική για τα ιστορικά κτίρια της Λάρισας, με σαφείς προτεραιότητες και ρεαλιστικές προτάσεις, που θα μπορούν να υλοποιηθούν με τη συνδρομή τόσο της τοπικής αυτοδιοίκησης όσο και της κεντρικής διοίκησης.
Θανάσης Αραμπατζής



